6 Αυγούστου, 2026
Ας πούμε ότι Αύγουστος δεν είναι οι ορδές των αδειούχων και η αφαίμαξη κάθε ήσυχου παραθαλάσσιου τετραγωνικού ετούτης της χώρας.
Πειράζει φωτογραφίες,
τις ντύνει με λόγια
και τους διαλέγει τραγούδια.
Το πάτωμα φώναζε ώρα κάπου να σταθώ.
Μοναδικό αποκούμπι,
ο πράσινος ασοβάντιστος τοίχος.
Κοίταζα τη πόρτα σου –
δεν ήξερα αν βγει Θεός ή Διάβολος.
Καμιά διαφορά –
η προσευχή ήταν ίδια.
Ο ίσκιος έκρυψε το φως.
Το χέρι κρύο.
Έψαξα τα μάτια του,
ήταν γυάλινα με γρατζουνιές.
Μου έδωσε διάφανο χαρτί,
λίγο μελάνι.
-Θα πρέπει να σκοτώσετε και μένα.
Χαμογέλασε.
-Μα τότε.. είστε τυχερή.
Πήρα δύο ανάσες-
έριξα το μελάνι κάτω.
Έφυγε μετρώντας τα βήματά του.
Σκούπισα τον ιδρώτα από το μέτωπό σου.
Χτένισα τα μαλλιά σου.
-Πώς σπάει κάποιος τα φτερά;
-Να αγαπάς τις παύσεις σου.
Μου είπες κάποτε.
Διαβάστε επίσης: