Δασμοί: Εργαλείο εξωτερικής πολιτικής ή οικονομική δικαιοσύνη;
Οι ΗΠΑ προχώρησαν σε έναν παγκόσμιο εμπορικό πόλεμο εναντίον όλων. Αυτό είναι άσκηση εξωτερικής πολιτικής ή βήμα προς την οικονομική δικαιοσύνη;
Η ανακοίνωση δασμών σε όλο τον κόσμο από τις ΗΠΑ, με την εξαίρεση Μεξικό-Καναδά στους οποίους έχει ήδη επιβληθεί δασμός και τις Ρωσία-Λευκορωσία με την αιτιολογία της μη ύπαρξης εμπορικών σχέσεων, έχουν ήδη διαταράξει την παγκόσμια οικονομία.
Ως οικονομικό μέτρο «δικαιοσύνης» από τις ΗΠΑ, αφορά το ισοζύγιο πληρωμών όπου οι ΗΠΑ θεωρούν πως τα οικονομικά μεγέθη των εισαγωγών τους πρέπει να ισοσταθμίζονται από τις εξαγωγές, ώστε να μην υπάρχει εμπορικό έλλειμμα.
Στην πράξη, τα μεροκάματα του ενός δολαρίου την ημέρα, με ανύπαρκτη αγοραστική δύναμη, μπορεί να αφορούν ένα πολύ μεγάλο μέρος των καταναλωτών του κόσμου που με το ζόρι επιβιώνουν. Αυτό δεν αφήνει περιθώριο για εξαγωγές των ΗΠΑ σε φτωχές χώρες, με το μισθολογικό κόστος, το κόστος κατασκευής και τα μεταφορικά να μην αφήνουν περιθώριο για εισαγωγές από τις ΗΠΑ.
Αυτές οι φτωχές χώρες είναι αυτές που θα πληγούν περισσότερο από τους δασμούς, με τις οικονομίες τους να υφίστανται ένα μεγάλο χτύπημα καθώς δεκάδες χώρες στηρίζουν την οικονομία τους στις εξαγωγές.

Ποιος θα πληρώσει τον λογαριασμό των δασμών;
Πρώτα και κύρια τον λογαριασμό θα πληρώσει ο αμερικανός πολίτης. Το εργαστήριο προϋπολογισμού του Yale, υπολογίζοντας έναν γενικό δασμό του 20% προς όλους (εν τέλει επιβλήθηκαν δασμοί με βάση το 10%) ανέφεραν ότι «Αυτό ισοδυναμεί με απώλεια αγοραστικής δύναμης 3.400-4.200 δολαρίων ανά νοικοκυριό κατά μέσο όρο σε δολάρια του 2024».
Ύστερα ένα μέρος των δασμών θα απορροφηθεί από τους εισαγωγείς, ένα ακόμα μέρος από τον παραγωγό και φυσικά από τον καταναλωτή. Αυξήσεις θα υπάρξουν στον ρουχισμό, τα υφάσματα, το πετρέλαιο, τα μέταλλα και την οικοδομή, τα αυτοκίνητα (ξεχωριστός δασμός 25%), τα φαρμακευτικά προϊόντα, μηχανήματα και ανταλλακτικά.

Οι δασμοί είναι τελικά εργαλείο εξωτερικής πολίτικής ή ζήτημα δικαιοσύνης;
Πολλές από τις χώρες επέλεξαν να αποδεχθούν τους δασμούς και να επαναδιαπραγματευτούν για το ύψος τους, κάτι που ουσιαστικά αποτελεί έναν εκβιασμό που απέδωσε. Θα μπουν δηλαδή σε διαδικασία παζαριού με τον Ντόναλντ Τραμπ.
Έτερες χώρες θα απαντήσουν με αντίστοιχου ύψους δασμούς (ΕΕ, Κίνα, Καναδάς, Νότια Κορέα), ενώ πολλές χώρες θα προσφύγουν εναντίον των ΗΠΑ σε διεθνείς οργανισμούς, καθώς οι δασμοί έρχονται σε αντίθεση με τις διμερείς συμφωνίες τους με τις ΗΠΑ.
Στις χώρες που θα προβούν σε καταγγελίες των διεθνών συμβάσεων περιλαμβάνεται η Κίνα, η Νότια Κορέα (το 45% των εξαγωγών οχημάτων αφορά την αγορά των ΗΠΑ), ο Καναδάς και η ΕΕ, ενώ ταυτόχρονα αναμένεται να επιβάλουν τους δικούς τους δασμούς.
Η Αφρική, η Νοτιοανατολική Ασία, τα Βαλκάνια και η Μέση Ανατολή χτυπήθηκαν δυσανάλογα (ενδεικτικά Συρία, Λιβύη, Ιράκ, Αφγανιστάν, Μιανμάρ, Αλγερία, Μποτσουάνα, Μαγαδασκάρη, Μαλάουι, Λάος, Ταϊλάνδη, Καμπότζη, Βιετνάμ, Σερβία, Βόρεια Μακεδονία, Βοσνία Ερζεγοβίνη) στο δόγμα πως η (οικονομική) δικαιοσύνη είναι σαν το φίδι: δαγκώνει πρώτα τους ξυπόλυτους.
Κάτι που μπορεί να μεταφραστεί και ως δείκτης άσκησης εξωτερικής πολιτικής στις χώρες αυτές με όπλο την πείνα και τις απολύσεις.

Που αποσκοπούν λοιπόν οι δασμοί;
Πρώτος σκοπός του Τραμπ, είναι να επανέλθει η παραγωγή στις ΗΠΑ, να αναβιώσει την αυτοκινητοβιομηχανία και να φέρει πίσω από την Ιρλανδία όλες τις εταιρείες τεχνολογίας οι οποίες μετοίκησαν στην χώρα των ξωτικών, λόγω του ελκυστικού φορολογικού καθεστώτος.
Ο δεύτερος είναι η άσκηση εξωτερικής πολιτικής και ο παγκόσμιος οικονομικός εκφοβισμός των λαών, για να ωθήσει τις χώρες σε επαναδιαπραγματεύσεις, αποσκοπώντας σε διμερείς αποκλειστικές οικονομικές συμφωνίες.
Από όσους «τιμωρήθηκαν» με δασμούς, αυτοί στους οποίους επιβλήθηκαν δασμοί 10%, αναμένεται να αποδεχθούν αυτό το είδος φόρων και οι υπόλοιποι να επαναδιαπραγματευτούν ή να απαντήσουν με αντίστοιχους δασμούς σε έναν ανοιχτό εμπορικό πόλεμο που θα σπείρει την φτώχεια και την επισιτιστική ανασφάλεια στον πλανήτη.
Το «καλά έκανε ο Τραμπ αν οι αριθμοί είναι σωστοί» δεν ισχύει. Καμία χώρα δεν είναι υποχρεωμένη να αγοράζει από τις ΗΠΑ, ειδικά αν τα προϊόντα της έχουν κακή σχέση τιμής-ποιότητας. Ακόμα το γεγονός πως οι ΗΠΑ θέλουν να λογίζονται ως η χώρα της αφθονίας, όπως η αρχαία Αθήνα, η Ρώμη και η Μεγάλη Βρετανία, εισάγοντας εξωτικά προϊόντα, δεν αποτελεί λόγο παγκόσμιας οικονομικής αποσταθεροποίησης.
Επίσης οι ΗΠΑ συνυπολόγισαν την νομισματική πολιτική των χωρών, την υποτίμηση του νομίσματος για παράδειγμα και άλλες παραμέτρους για να καταλήξουν σε αυτό το ποσοστό. Οι δασμοί στους πιγκουίνους των Heard and MacDonald δεν αφήνουν κανένα περιθώριο εμπιστοσύνης σε λογικές κινήσεις.






