Οχι, δεν γίνεται να είσαι αλληλέγγυος και βιαστής
Δεν βιάζεις καταλάθος, βιάζεις επειδή το αποφάσισες. Βιάζεις επειδή το θες, ή επειδή αρνείσαι το δικαίωμα του άλλου να μη θέλει. Τελεία.
Γνωστός κινηματικός και άνθρωπος του ευρύτερου αριστερο-αναρχικού χώρου, κατηγορείται για βιασμούς και κακοποιήσεις. Κάθε λέξη στην παραπάνω πρόταση μπορεί να μπει σε εισαγωγικά. Κάθε λέξη εκτός απ’ τους βιασμούς και τις κακοποιήσεις. Κι εδώ είναι όλο το ζουμί της ιστορίας.
Με σεβασμό στο τεκμήριο της αθωότητας, αλλά κυρίως στην προστασία των θυμάτων (που ήδη κατασπαράζονται παρά την ανωνυμία τους), ας αποφύγουμε την ίδια την υπόθεση. Όμως ας κάνουμε ένα βήμα πίσω κι ας καταπιαστούμε λίγο με τη συζήτηση που άνοιξαν όσοι, πέφτοντας απ’ το αγνό, το (ειλικρινά) αλληλέγγυο συννεφάκι τους, προσπάθησαν να συμβιβάσουν τ’ ασυμβίβαστα. Κι ελλείψει οδηγιών γι’ αντίστοιχα συμβάντα, σ’ έναν πρωτοφανή πανικό, δανείστηκαν ακούσια το playbook της δεξιάς, ή ακόμα-ακόμα της καθολικής εκκλησίας. Είπαν: Η πατριαρχία διαχωρίζεται απ’ την ιδεολογία. Η πατριαρχία διαχωρίζεται απ’ την πολιτική. Που πάει να πει: Ναι, κάποιος μπορεί να είναι ανθρωπιστής, αντιφασίστας, αντιρατσιστής, φεμινιστής, αριστερός, δημοκράτης, αναρχικός, δικαιωματιστής, και ταυτόχρονα να ‘ναι ένα τεράστιο καθίκι. Ναι;
Λυπάμαι αλλά όχι. Δεν γίνεται. Μπορεί, τουλάχιστον σε μια πρώτη σκέψη, κάποιοι να το ‘θελαν δυνατό, όμως δεν είναι. Και δεν είναι γιατί, η ίδια η φύση της ταυτότητας οφείλει να υπαγορεύει τη δράση. Κι η ίδια η φύση της πράξης διαγράφει την ταυτότητα.
Καταρχάς, ας ξεμπερδέψουμε με κάτι: ο βιασμός δεν είναι “λάθος”. Είναι συνειδητή επιλογή! Δεν μπορεί να σου ξεφύγει. Δεν είναι μια κουβέντα παραπάνω. Δεν είναι μια προσβολή που φεύγει στον αέρα και που, ναι, μπορεί να βγει από τα χείλη αυτόματη κι ανεξέλεγκτη κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες. Ο βιασμός είναι μια πράξη που απαιτεί την απουσία συναίνεσης του θύματος, αλλά και την απόλυτη συναίνεση του θύτη. Δεν βιάζεις καταλάθος, βιάζεις επειδή το αποφάσισες. Βιάζεις επειδή το θες, ή επειδή αρνείσαι το δικαίωμα του άλλου να μη θέλει. Τελεία. Οπότε;
Οπότε δεν έχει καμιά σημασία πόσες φορές έχεις συμμετάσχει σε πορείες ειρήνης, σε αντιφασιστικές διαμαρτυρίες, σε φεμινιστικές δράσεις ή σε αναρχικές, αριστερές, ιδεολογικές κινητοποιήσεις. Όπως δεν έχει σημασία αν και πόσες φορές κάνεις μεγάλους σταυρούς ή δίνεις μεγάλες υποσχέσεις. Προφανώς δεν έχει καμιά σημασία ούτε τι γράφεις στα κοινωνικά δίκτυα, τι ψηφίζεις και τι υποστηρίζεις δημοσίως. Και δεν έχει επειδή, στο φινάλε, οι άνθρωποι μέσα στις πολλές φράξιες που ‘χουμε χτίσει για να μπορούμε να νιώθουμε ασφαλείς, δύο κατηγορίες έχουμε ουσιαστικά: τους ευαίσθητους και τα καθίκια. Πιο απλά: τους κανονικούς ανθρώπους και τα κατακάθια. Λοιπόν, ευαίσθητος βιαστής, άνθρωπος κακοποιητης, δεν γεννήθηκε ακόμα σ’ αυτό τον κόσμο κι ούτε θα γεννηθεί.
Κάθε συζήτηση λοιπόν περί φεμινιστών που κακοποιούν, ειρηνιστών που σκοτώνουν, αντιφασιστών που επιβάλλουν κι επιβάλλονται, ανθρώπων που φωνάζουν για τ’ ανθρώπινα δικαιώματα αλλά δεν τα προσφέρουν στο δικό τους μικρόκοσμο, είναι μιαν ανόητη συζήτηση. Όλοι νιώθουν την ανάγκη ν’ ανήκουν κάπου, ν’ αρέσουν σε κάποιους, να νιώθουν το θαυμασμό και την σαγήνη του χειροκροτήματος. Μοιραία κάποιοι για λόγους ταξικούς, οικογενειακούς ή κι αντιδραστικούς, θα βρουν το χώρο έκφρασής τους στο φεμινιστικό κίνημα, στην αριστερά, στην αλληλεγγύη. Κι εκεί θα σταδιοδρομήσουν. Όμως αυτό δεν χτίζει ταυτότητα. Αυτό χτίζει εικόνα. Το αν είσαι ο,τι δηλώνεις, θέλει αποδείξεις. Κι αυτές δεν είναι μόνο στα μεγάλα, είναι (κυρίως, αν με ρωτάς) και στα μικρά. Αν είσαι, το λοιπόν, καθίκι, όσα κι αν ευαγγελίζεσαι, στο φινάλε θ’ αποδειχτείς αυτό που είσαι: καθίκι. Τα ράσα δεν κάνουν τον παπά.
Το ζήτημα ωστόσο είναι πως ήρθε η ώρα της δύσκολης συνειδητοποίησης. Κανένας χώρος δεν είναι εξ ορισμού απαλλαγμένος από τοξικούς φαλλοκράτες. “Φεμινιστές” φαλλοκράτες, “αντιρατσιστές” φασίστες, τελικά κοινούς εκμεταλλευτές ανθρώπων. Για την ακρίβεια, το χειρότερο είδος: εκμεταλλευτές με μορφή υπερασπιστή, κακοποιούς με στολή προστάτη. Κι άρα ανθρώπους που καταστρέφουν την πιο ιερή αποστολή των αλληλέγγυων χώρων. Καταστρέφουν την ασφάλεια. Καταργούν την αίσθηση του ασύλου. Κάνουν δηλαδή ακριβώς αυτό που υποτίθεται ότι πολεμούν στην εκκλησία ή στα θεσμικά άσυλα.
Αυτό είναι και το μεγάλο στοίχημα, υποθέτω: να μπορέσουν οι χώροι αυτοί να βρουν τη μέθοδο, τον τρόπο, τις δικλείδες που θα προστατεύουν τα θύματα τόσο απ’ τους έξω, όσο κι απ’ τους μέσα. Όπως θα ‘πρεπε δηλαδή να λειτουργεί κάθε χώρος, ιδεολογικός ή πραγματικός, που υπόσχεται μια πραγματική αγκαλιά και μια ειλικρινή αλληλεγγύη.
Προφανώς μιλάμε για κάτι εκ των πραγμάτων δύσκολο, μα κι οπωσδήποτε εφικτό. Θα χρειαστεί ψυχραιμία, ηρεμία, εμπιστοσύνη σε όλους και ταυτόχρονα σε κανέναν. Θα χρειαστεί και μια σειρά από βήματα που, ούτε κατάλληλος, ούτ’ εξειδικευμένος είμαι να τα βρω και να τα προτείνω. Όμως ξέρω σίγουρα τουλάχιστον το πρώτο. Ίσως το πιο δύσκολο. Τη δίκοπη ανακάλυψη. Όχι, δεν γίνεται να είσαι ταυτόχρονα φεμινιστής και βιαστής. Αλλά ναι, υπάρχουν ακόμα και στους αριστερόστροφους, αναρχικούς ή φεμινιστικούς χώρους κεκαλυμμένοι κακοποιητές. Κι είναι ευθύνη όλων μας να καθαρίσουμε, όχι το σπίτι μας αλλά το άσυλο. Και να πάψουμε να θεωρούμε a priori αγνούς και τίμιους, ανθρώπους που χτίζουν καριέρες πάνω στον ανθρωπισμό τους, φωνάζοντας τα μεγάλα και κρύβοντας τα καθημερινά. Να βγάλουμε επιτέλους στη φόρα όσα συζητιούνται στα off the record πηγαδάκια. Να σκοτώσουμε τις δημόσιες σχέσεις πρωτού εκείνες σκοτώσουν πρώτες την αγνότητα και την εμπιστοσύνη. Το ελάχιστο είναι, δεν είναι;
Υπάρχει μια εξαιρετική παραβολή στο Ευαγγέλιο του Λουκά, για έναν τελώνη κι ένα Φαρισαίο. Ε, όταν ο Φαρισαίος είναι και βιαστής, μάλλον η ανάγκη του διαχωρισμού της ήρας απ’ το στάρι είναι πλέον πιο επιβεβλημένη από ποτέ…
Διαβάστε επίσης:






