Τα κορίτσια των σούπερ μάρκετ
Λίγο μετά τις 9 το βράδυ, μέρες του Ιούλη, όταν στην πόλη κατεβαίνουν χιλιάδες τουρίστες, όταν η οχλοβοή είναι το κακό σάουντρακ του υπερτουρισμού, τα κορίτσια των σούπερ μάρκετ δίνουν στον εαυτό τους ένα τρίλεπτο ηρεμίας
Με φέρνει συχνά ο δρόμος, λίγο μετά τις 9 το βράδυ, έξω από μεγάλα σούπερ μάρκετ της πόλης. Είναι η ώρα που τα κορίτσια που δουλεύουν στα ταμεία, τα τυριά, τα ράφια, τις αποθήκες, κάθονται για ένα γρήγορο τσιγάρο πλάι στην είσοδο, εκεί στα σκαλάκια. Με όλη την κούραση του κόσμου στις πλάτες, τα πόδια, τα χέρια, το μυαλό, χαρίζουν στον εαυτό τους ένα τρίλεπτο πριν φύγουν για το σπίτι κι ό,τι και όσους τις περιμένουν εκεί.
Συχνά μειώνω ταχύτητα και χαζεύω τις κινήσεις τους, τα πρόσωπά τους, τα μάτια τους. Βλέπω κουβέντες ήρεμες, λέξεις μετρημένες να βγαίνουν απ’ τα χείλη, χειρονομίες απαλές, σαν κολύμπι στον αέρα. Η κούρασή τους είναι παντού. Το βάρος μιας ακόμη ζόρικης μέρας δηλώνει εμφανώς παρών.
Τα κορίτσια των σούπερ μάρκετ είναι οι διάμεσοι της καταναλωτικής μανίας μας και της απόκτησης κάθε είδους αγαθού. Είναι η άμεση αναπλήρωση των προϊόντων στα ράφια μην και μείνουν λίγο άδεια, μην και τσινήσει κάπως η εικόνα στα μάτια μας, μην και τσαλακωθεί κάποιος κανόνας του επιτυχημένου μάρκετινγκ. Οι κοπέλες στα εξάωρα, οχτάωρα, δεκάωρά τους όρθιες, με λυγισμένα γόνατα, φορτωμένες, τρέχοντας, σκυμμένες, ιδρωμένες, αληθινά ή ψεύτικα χαμογελαστές, καταπονημένες, ευγενικές, εξυπηρετικές είναι οι γνώριμες φωνές, τα οικεία πρόσωπα, τα «καλημέρα» και «καλησπέρα» της πιο σκληρής ρουτίνας μας, της πιο τακτικά επαναλαμβανόμενης πράξης της ζωής μας: του γεμίσματος του καλαθιού του σούπερ μάρκετ.
Λίγο μετά τις 9 το βράδυ, μέρες του Ιούλη, όταν στην πόλη κατεβαίνουν χιλιάδες τουρίστες, όταν η οχλοβοή είναι το κακό σάουντρακ του υπερτουρισμού, τα κορίτσια των σούπερ μάρκετ δίνουν στον εαυτό τους ένα τρίλεπτο ηρεμίας. Είναι η ανάσα του δύτη μεγάλων βαθών, είναι το ξεδίψασμα οδηγού στην έρημο, το άναμμα του πρώτου φακού μετά από διακοπή ρεύματος. Βρίσκονται δυο μέτρα από την είσοδο ενός καταστήματος που τις καταπίνει τη μισή μέρα και του ξεφεύγουν για την υπόλοιπη μισή ζωή τους. Εκεί, στο ένα κλικ δίπλα από τη μέγγενη, κάνουν απολογισμό, λένε μια βλακεία για να φύγει το σκούρο σύννεφο που προσπάθησε πάλι να τις πνίξει και στήνουν τα πρώτα σχέδια μιας ευτυχίας που ίσως και να ‘ρθει.
Σβήνουν το τσιγάρο, βάζουν στην τσέπη το ηλεκτρονικό, ρίχνουν στην τσάντα το κινητό, ψάχνουν κλειδιά, κάποιες φιλιούνται, κάποιες αγγίζονται, αφήνουν μισό χαμόγελο, περπατάν, γυρνάν και ίσως κοιτιούνται ξανά, γυρνάν πάλι μπροστά και ετούτη τη φορά με τα μάτια στο δρόμο φεύγουν. Είπαν για λίγο και κράτησε ξανά παραπάνω. Έχουν αργήσει για ό,τι και όσους τις περιμένουν. Την επόμενη, την ίδια ώρα, θα τα πουν πάλι.
Διαβάστε επίσης:
Συνέντευξη Τύπου Marfin: Μια πλήρης αποδόμηση των «διαρροών»
«Μαμά, γιατί είμαι τόσο θυμωμένος;»
Μουντιάλ: 1 Κύπελλο, 351 Καταγγελίες και 38% αύξηση της ενδοοικογενειακής βίας





