«Όλα γρήγορα, όλα βιαστικά, όλα ένα χάος. Βιάστηκαν να τα συγκαλύψουν όλα, να τα σκεπάσουν όλα αλλά δεν είχαν υπολογίσει την οργή και τη δύναμή μας. Ακόμη δεν μπορώ να δεχθώ, πως δεν με άφησαν να τον φιλήσω, να τον αγκαλιάσω, να τον αποχαιρετήσω για τελευταία φορά, ενώ μπορούσα. Να του πω να μας προσέχει, να είναι φύλακας άγγελός μας».
7 τραγούδια από τα ακόμη περισσότερα που γράφτηκαν δύο χρόνια τώρα, που καταγγέλλουν, από την επόμενη κιόλας μέρα, το έγκλημα.
«Οι τάφοι δεν έχουν κλείσει. Θα κλείσουν μόνο όταν θα πούμε εμείς, όταν θα πάμε και θα έχουμε την ψυχή μας καθαρή, και θα πούμε ότι κάναμε ό,τι ήταν αδύνατο κι ό,τι ήταν δυνατό για να τιμωρήσουμε τους ενόχους».
«Ήταν εργαζόμενος; Δεν έμεινε τίποτα, ξεχάστε τους, με το νυστέρι τους ξεκολλάμε από τα σίδερα. Πόσο πόνεσες, αδερφέ μου…»
Πάντα έκλεινες εισιτήριο στο 3ο βαγόνι, αλλά ήθελες στο ταξίδι να κάθεσαι στο κυλικείο. Πόσες φωτογραφίες μου έστελνες από το τραπέζι που καθόσουν, τι έτρωγες, τι διάβαζες, τι έβλεπες.
Τα εγκλήματα έχουν αυτουργούς. Φυσικούς και ηθικούς. Εδώ τι συνέβη; Ποιος φταίει; Ποιος ήξερε; Ποιος θα πληρώσει; Ήταν ένα προαναγγελθέν έγκλημα; Ναι, ήταν.
Βρέθηκε στο σημείο μηδέν. Ο αέρας μύριζε καμένο σίδερο και βενζίνη. Οι επιβάτες δεν ήταν πια άνθρωποι – τα σώματά τους είχαν ενωθεί με τα καθίσματα των τρένων, σαν να ήταν μέρος τους από πάντα. Οι φωνές τους ήταν ψίθυροι που έλεγαν το ίδιο πράγμα ξανά και ξανά: «Ο χρόνος είναι πεινασμένος».
Θάψτε τα τσεκούρια. Αχρείοι, θρασείς και υποκριτές. Καμιά φορά είναι προτιμότερη η σιωπή. Τουλάχιστον ως ένδειξη σεβασμού. Στους νεκρούς. Στα πεταμένα λείψανά τους στο Κουλούρι και στον Πηνειό.
Η «ζούγκλα» όπως αποκαλείτε πρωθυπουργέ την κοινωνία, βλέπει διακρίνει και κατανοεί με απόλυτη ακρίβεια τι κάνετε. Και απαιτεί με αξιοπρέπεια και δύναμη, τη δικαίωση.