Συνέντευξη Τύπου Marfin: Μια πλήρης αποδόμηση των «διαρροών»
Η συνέντευξη Τύπου των συνήγορων και θυμάτων αστυνομικών σκευωριών του παρελθόντος αποδόμησαν τις αστυνομικές «διαρροές» ψευδών ειδήσεων των ημερών μας.
Οι συνήγοροι υπεράσπισης νυν και πρώην κατηγορουμένων για την υπόθεση Marfin έκριναν πως είναι χρήσιμο να πραγματοποιήσουν συνέντευξη Τύπου στο καφέ Σαχέλ των Εξαρχείων για να αντιμετωπίσουν την καταιγίδα παραπληροφόρησης και να αποδομήσουν βασικά στοιχεία του αφηγήματος των αρχών.
Κάτι εξαιρετικά ασύνηθες μόλις μια ημέρα πριν την κατάθεση στον ανακριτή, αλλά ενδεικτικό της κατάστασης που έχει διαμορφωθεί από την προεκλογική εκστρατεία νόμου και τάξης της κυβέρνησης.
Στα απολύτως βασικά της συνέντευξης Τύπου πρέπει να γίνει σαφές πως κανένας από τους κατηγορούμενους δεν έχει ταυτοποιηθεί. Θεωρούνται είτε μερικώς ταυτοποιημένοι, στην μέση της κλίμακας ταυτοποίησης και σε μια περίπτωση το αποτέλεσμα είναι χωρίς συμπέρασμα. Δηλαδή ακόμα και αν διάλεξαν σωματότυπους κατηγορουμένων που να ταιριάζουν με τους τότε των δραστών, κανένα εργαλείο δεν πέτυχε ταυτοποίηση με τα εξωτερικά χαρακτηριστικά.
<iframe width="560" height="315" src="https://www.youtube.com/embed/wA30VifH3o4?si=tpom0ECRcivIgLwC" title="YouTube video player" frameborder="0" allow="accelerometer; autoplay; clipboard-write; encrypted-media; gyroscope; picture-in-picture; web-share" referrerpolicy="strict-origin-when-cross-origin" allowfullscreen></iframe>
Η υπόθεση – φιάσκο της Marfin με το ανώνυμο σημείωμα
Ο Δημήτρης Κατσαρής πήρε πρώτος τον λόγο για να δώσει το πλαίσιο των πρώτων διώξεων για την υπόθεση του εμπρησμού της τράπεζας Marfin στην οδό Σταδίου. Ο συνήγορος εξήγησε πως στην «υπόθεση φιάσκο της Marfin» υπήρχε ένα ανώνυμο σημείωμα το οποίο έγραφε ότι «αυτοί που πάνε στην Κερατατέα (έτσι το έγραψε ο ανώνυμος συγγραφές) και φορτώνουν μολότοφ στους κατοίκους για να πετάνε στις διμοιρίες, είναι οι ίδιοι αναρχικοί που τους λένε έτσι κι έτσι κι έτσι. Αυτός μένει εκεί, διεύθυνση, ο άλλος έχει ένα μηχανάκι με αριθμό κυκλοφορίας τάδε, ο άλλος μένει εκεί και το τηλέφωνό του είναι τάδε. Αυτοί είναι πάντα, λέει, μπροστάρηδες και στη Marfin πέρυσι ήταν μπροστάρηδες».
Εκείνο το σημείωμα όπως εξήγησε «θεωρήθηκε πολύ σπουδαίο από την αστυνομία και ξεκίνησε η διαδικασία εναντίον των τριών που καταγράφονταν στο σημείωμα αυτό». Τόνισε πως η αστυνομία δεν έκανε κανέναν έλεγχο για να επιβεβαιώσει τη σοβαρότητα ή την αυθεντικότητα αυτού του σημειώματος. Οι αστυνομικοί έδωσαν διαφορετικές ερμηνείες στο δικαστήριο για την εύρεση του σημειώματος, μάλιστα ο ένας αστυνομικός είχε δηλώσει πως τον βρήκε στο γραφείο του, δεν είχε κρατηθεί ο υποτιθέμενος φάκελος και δεν έγιναν οι εξετάσεις στα εγκληματολογικά εργαστήρια για να βρεθούν στοιχεία για τον συγγραφέα.
Ο συνήγορος τόνισε πως αυτές οι υποθέσεις ξεκινούν Παρασκευή, ώστε όλες οι πληροφορίες να προέρχονται από «διαρροές» της αστυνομίας μέχρι την Δευτέρα, σε ιστοσελίδες και κανάλια, καθώς κλείνει η ύλη των εφημερίδων του Σαββατοκύριακου.
Ο Δημήτρης Κατσαρής συνέκρινε τις τότε με τις νυν συλλήψεις, λέγοντας πως και τότε οι αστυνομικοί ρεπόρτερ έλεγαν πως η υπόθεση είναι «δεμένη 100%» και ότι «υπάρχει αναγνώριση των δραστών κατά 100%». Στο δικαστήριο, ο ένας ύποπτος αναγνωρίστηκε κατά…100% πως απέτρεψε να σπάσουν το βιβλιοπωλείο του Ιανού για λόγους αρχής («βιβλιοπωλείο θα σπάσετε ρε;»). Στο θέμα της ταύτισης του πελάτη του, η αστυνομία απάντησε σε χρόνο ρεκόρ στον ανακριτή (6 ώρες) πως «δεν είναι δυνατή η αντιπαραβολή λόγω χαμηλής ποιότητας του βιντεοληπτικού υλικού». Μάλιστα ο πελάτης του απαλλάχθηκε ομόφωνα.
Ο συνήγορος αποκάλεσε το σημείωμα ως «καθαρά ασφαλίτικης έμπνευσης». Τότε ήταν το σημείωμα, τώρα είναι το email, αλλά όπως αποκάλυψε ενδιάμεσα το 2020 υπήρξε και ένα «ανώνυμο τηλεφώνημα που κατονόμαζε άλλα άτομα, ως δράστες, για την επίθεση της Marfin». Και τότε κατέληγε σε συμπεράσματα ότι τα άτομα που κατονομάζονται στο ανώνυμο τηλεφώνημα, «ταυτίζονται φωτογραφικά με συγκεκριμένα άτομα».
Η υπόθεση τότε σταμάτησε για άγνωστο λόγο και είναι χαρακτηριστικό πως κατονόμαζε διαφορετικά άτομα από την τρέχουσα υπόθεση.

Τι ξέρουμε για το περιβόητο email
Ο Δημήτρης Κατσαρής ξεκαθάρισε ότι η διεύθυνση αποστολής ήταν στα γραφεία της αστυνομίας και απευθύνονταν σε Εισαγγελέα. Το κείμενο έγραφε ανάμεσα στα άλλα «σκέφτηκα πάρα πολύ, κυρία Εισαγγελέα, πριν σας στείλω αυτή την επιστολή. Δεκαέξι χρόνια τώρα κρατάω μέσα μου ένα μυστικό που δεν μ’ αφήνει να ηρεμήσω». Ο συνήγορος ξεκαθάρισε πως η υπόθεση έχει χτιστεί στους τάφους τριών ανθρώπων και αναρωτήθηκε γιατί ο ανώνυμος συγγραφέας δεν μίλησε όταν «κινδύνευε ο δικός μου εντολέας με ισόβια. Τότε μπορούσε να ηρεμήσει; Τότε δεν μίλησε καθόλου».
Μπόνους: Ο «Νικολάι Πολυκαρπόφ» – με λίγη φαντασία θα καταλάβετε ποιος είναι – βρίσκονταν και αυτός στο email κατονομαζόμενος ως δράστης, παρότι την περίοδο του εμπρησμού της Marfin, βρίσκονταν στη φυλακή.
<iframe src="https://www.facebook.com/plugins/post.php?href=https%3A%2F%2Fwww.facebook.com%2Fpermalink.php%3Fstory_fbid%3Dpfbid02Kp3aKtHzmV7azbMHUWVLCL3DfdDToFteeHe8WYThkSB23Ny4wjqBg5nsiw5NVjsCl%26id%3D100078934484106&show_text=true&width=500" width="500" height="250" style="border:none;overflow:hidden" scrolling="no" frameborder="0" allowfullscreen="true" allow="autoplay; clipboard-write; encrypted-media; picture-in-picture; web-share"></iframe>
Παπαρρούσου: Η έρευνα της ΔΕΕ αναφέρει ότι οι φερόμενοι ως δράστες δεν ταυτοποιούνται
Η Άννυ Παπαρρούσου τόνισε πως το email κατευθύνει τις έρευνες των αρχών και πως ανυπομονεί όπως είπε και ο αρμόδιος υπουργός Δημόσιας Τάξης πως εάν πίσω από τον συντάκτη βρίσκεται ένας άνθρωπος, πως «περιμένουμε να έρθει να εξεταστεί ως μάρτυρας με τα στοιχεία του, να μας πει πώς έμαθε αυτά που καταθέτει, γιατί αυτά που καταθέτει είναι πολύ σημαντικά» καθώς δίνει «συγκεκριμένα ονόματα και κατευθύνει τις αρχές τι να ψάξουν».
Η συνήγορος ανέφερε πως οι πελάτες τους «βαρύνονται με βαρύτατα αδικήματα, που επισύρουν ποινές ισοβίων», στάθηκε όμως στην έρευνα της Διεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών, «η οποία καταλήγει ότι οι φερόμενοι ως δράστες δεν ταυτοποιούνται». Οπότε, αφού δεν υπάρχει «αυτή η πολυπόθητη ταυτοποίηση», ερευνώνται «διάφορα κινητά αντικείμενα και, καθ’ ομολογίαν και της ίδιας της έκθεσης, ότι δεν μπορούμε να καταλήξουμε σε απόλυτη ταυτοποίηση»., τονίζοντας πως μιλάμε για «κινητά αντικείμενα και μία έκθεση η οποία είναι απολύτως κατευθυνόμενη ως προς τα ζητήματα που έχει να ελέγξει».
Η Άννυ Παπαρρούσου ανέφερε πως ένας εκ των σημερινών κατηγορουμένων, «είναι η τρίτη φορά που λαμβάνει το νούμερο 8 στην κατάταξη που έχουν κάνει, στην κατανομή μάλλον των ρόλων» και πως το «νούμερο 8 είναι η τρίτη φορά που επιχειρείται να επανδρωθεί από κάποιο πρόσωπο», προσθέτοντας πως τα χαρακτηριστικά της «δικογραφίας την καθιστούν αναξιόπιστη». Τόνισε πως σε αυτές τις περιπτώσεις, κατά τη δικονομία, όταν η μαρτυρική κατάθεση «είναι ανώνυμη πρέπει να τίθεται στο αρχείο από τον εισαγγελέα».
Η συνήγορος έκανε λόγο πως «αυτή η δικογραφία τηρεί τα τυπολογικά χαρακτηριστικά της σκευωρίας. Ανώνυμο τηλεφώνημα»., ενώ πρόσθεσε πως ακούγονται πράγματα για την χρήση Τεχνητής Νοημοσύνης, συμπληρώνοντας πως αυτά τα εργαλεία παρεμβάλλονται στα ευρήματα και τα αλλοιώνουν, ενώ δεν έχει χρησιμοποιηθεί με επιτυχία έως τώρα σε δίκες.
Να σημειωθεί πως δεν υπάρχει νομικό πλαίσιο στην Ελλάδα που να δέχεται επεξεργασία με τεχνητή νοημοσύνη.
Σε αυτό ο Δημήτρης Κατσαρής συμπλήρωσε πως δεν υπάρχει καμία αναφορά για χρήση, τεχνητής νοημοσύνης και πως αυτό «διαρρέεται μέσω του κύματος παραπληροφόρησης που έχει ξεκινήσει, και ξεκινάει από την Ελληνική Αστυνομία, από την Παρασκευή» και πως οι διαρροές αυτές δεν προέρχονται από την πλευρά των συνηγόρων. Η μόνη αναφορά στην δικογραφία κάνει λόγο για «επεξεργασία με αυξημένα τεχνικά μέσα» τα οποία δεν εξειδικεύονται. Αυτό δυσχεραίνει μάλιστα τους υπερασπιστές να ελέγξουν την εγκυρότητα και την μεθοδολογία που χρησιμοποιήθηκε.

Καμπαγιάννης: Δεν υπάρχει καμία ταύτιση των κατηγορουμένων
Ο Θανάσης Καμπαγιάννης παίρνοντας τον λόγο τόνισε πως θα παρουσιαστούν στην ανακρίτρια με τον βαθύτερο και με τον μεγαλύτερο σεβασμό, πρώτα και κύρια, στα θύματα αυτής της υπόθεσης. Αναφέροντας πως οι επιζώντες και στις επιζώσες του εμπρησμού της Marfin και οι οικογένειες που μείνανε πίσω, σίγουρα αξίζουνε δικαιοσύνη και σίγουρα αυτό το οποίο ζητάνε, να βρεθούνε αυτοί οι οποίοι τέλεσαν αξιόποινες πράξεις και να τιμωρηθούνε, είναι μία απολύτως θεμιτή αξίωση.
Τονίζοντας ότι το αθέμιτο είναι «το επικοινωνιακό παιχνίδι το οποίο παίζεται τρεις μέρες τώρα και που είναι και ο λόγος για τον οποίον κάνουμε τη σημερινή συνέντευξη τύπου» κάτι το οποίο «δεν είναι φυσιολογικό», δηλαδή «δικηγόροι να κάνουν συνέντευξη τύπου την προηγούμενη της προσέλευσης στην ανακρίτρια για την απολογία».
Ο συνήγορος τόνισε την πολλαπλή παραβίαση του τεκμηρίου της αθωώτητας των πελατών τους από κυβερνητικά στελέχη και την «παρέμβαση της εκτελεστικής εξουσίας στο δικαιοδοτικό έργο των δικαστών», κάτι το επικίνδυνο και για τους εντολείς τους, οι οποίοι καλούνται να προσέλθουν με μία διαμορφωμένη κατάσταση όπου, «μαύρο φίδι θα φάει τον οποιοδήποτε ανακριτή και εισαγγελέα τολμήσει να κάνει αυτό το οποίο έκανε ο ανακριτής στην υπόθεση του Θοδωρή Σίψα και πει ότι “να μην προφυλακιστεί”».
Μίλησε για ξεκάθαρα ψέματα που δημοσιεύονται στα ΜΜΕ, εξαιτίας της προθυμίας κάποιον να αναπαράγουν και να δημοσιεύσουν τις διαρροές της ΕΛΑΣ. Χαρακτηριστικά ανέφερε ένα δημοσίευμα το οποίο ανέφερε ότι «”Οι αρχές αναζήτησαν στοιχεία για τα συγκεκριμένα πρόσωπα και σε άλλες δικογραφίες και από τη σύγκριση φωτογραφιών και άλλου αποδεικτικού υλικού, όπως τα ρούχα, η σωματοδομή και άλλα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, εκτιμήθηκε ότι τα πρόσωπα που εμφανίζονται σε διαφορετική υπόθεση ταυτίζονται με τα άτομα που συμμετείχαν στην επίθεση στη Marfin”. Αυτό είναι ψέμα».Τονίζοντας ότι «οι άνθρωποι που το διαρρέουν ξέρουν ότι είναι ψέμα».
«Η έκθεση της ΔΕΕ δεν μιλάει για καμία ταύτιση προσώπων με τον τρόπο με τον οποίο διαρρέεται αυτή τη στιγμή και διαχέεται στον δημόσιο λόγο» και τόνισε πως «αν κρατήσετε ένα πράγμα από αυτή τη συνέντευξη τύπου, είναι ότι δεν υπάρχει ταυτοποίηση των προσώπων. Επειδή μάλιστα αυτή τη φορά, και για πρώτη φορά, και χρειάζεται να το πούμε, η ΔΕΕ έκανε τη συγκεκριμένη εκτίμηση βάσει πρωτοκόλλου». Τόνισε ότι ο εντολέας του όχι απλώς δεν ταυτοποιήθηκε αλλά το τεστ βγήκε χωρίς συμπέρασμα (inconclusive) και κανένα πρόσωπο δεν ταυτοποιείται.
Εξήγησε πως «υπάρχουν ακόμα τρία στάδια προκειμένου να φτάσουμε στην ταυτοποίηση, που είναι η ισχυρή προσομοίωση, η πολύ ισχυρή προσομοίωση και στο τέλος είναι η ταυτοποίηση. Και εμείς είμαστε στη μέση της πυραμίδας (το χωρίς συμπέρασμα). Αν κρατήσετε ένα πράγμα από αυτή τη συνέντευξη τύπου για τα όσα είπα, θα ήθελα να είναι αυτό, δεν υπάρχει ταυτοποίηση». Αποκάλυψε πως και οι άλλοι κατηγορούμενοι βρίσκονται στην μέση περίπου της κλίμακας ταυτοποίησης. Δηλαδή πολύ μακριά από το να θεωρηθούν όχι μόνο ταυτοποιημένοι, αλλά και πως τα στοιχεία συνιστούν ντοκουμέντα. Για αυτό, συμπλήρωσε, πως «γίνονται διάφορα παιχνίδια με αντικείμενα. Κινητά αντικείμενα. Ούτε καν ρούχα».

«Μετά από 16 χρόνια χάνονται τα υπερασπιστικά δικαιώματα του κατηγορουμένου»
Η Άννυ Παπαρρούσου έθεσε ακόμα μια πτυχή. Το γεγονός πως «χάνονται τα δικαιώματα, τα υπερασπιστικά δικαιώματα του κατηγορουμένου, όταν έχουν περάσει 16 χρόνια» καθώς δεν υπάρχει «μία χρονική εγγύτητα, έτσι ώστε να διασώζονται τα αποδεικτικά στοιχεία, που πρέπει κάποιος κατηγορούμενος να έχει τη δυνατότητα να τα προσκομίσει στην ανάκριση για να υπερασπιστεί τον εαυτό του».
Αλήθεια πόσοι θα κρατούσαν στοιχεία από μια εποχή που δεν έχουν λόγο να κρατήσουν για την περίπτωση που στηθεί μια σκευωρία σε βάρος τους μετά από 16 χρόνια. Κάτι που η συνήγορος αποκάλεσε ως μια «τρομερή αδικία» η οποία «καταβαραθρώνει δικονομικά τον κατηγορούμενο, ο οποίος 16 χρόνια μετά, δεν έχει την πραγματική δυνατότητα ούτε να θυμάται, ούτε να φέρει αποδείξεις και αποδεικτικά στοιχεία και μάρτυρες για να υπερασπιστεί τον εαυτό του».
Καμπαγιάννης: Καλωσορίζουμε τον κύριο Χρυσοχοΐδη στην πραγματικότητα
Ερωτώμενο το πάνελ από δημοσιογράφο πως ο υπουργός Προστασίας του Πολίτη έκανε λόγο στον ΣΚΑΪ «για μυθεύματα, μιλώντας για το email», ο Θανάσης Καμπαγιάννης πήρε τον λόγο καθώς το είχε ακούσει και απάντησε ότι «το άκουσα σήμερα το πρωί σε μία συνέντευξη του κυρίου Πορτοσάλτε. Ότι είναι μύθοι αυτά τα περί email και AI. Καλωσορίζουμε τον κύριο Χρυσοχοΐδη στην πραγματικότητα. Πραγματικά είναι μύθος το ζήτημα ότι υπάρχει mail τώρα το οποίο στάλθηκε και όλα αυτά τα πράγματα».
Στην συνέχεια επεξήγησε ότι στη δικογραφία προφανέστατα υπάρχει το ίδιο το email, αλλά δεν έχει γίνει καν «εισαγγελική παραγγελία, η οποία να λέει… επειδή κάθε mail, γνωρίζετε όλοι -όσοι έχετε mail, και όλοι σας έχετε- ότι δίνεις κάποια στοιχεία ταυτοποίησης, κάποια ταυτότητα, ότι θα έπρεπε να γίνει μία απεύθυνση στη συγκεκριμένη εταιρεία για να ταυτοποιηθεί ο άνθρωπος ο οποίος είπε αυτά τα πράγματα, για να έρθει να τα πει επώνυμα. Δεν έγινε κάτι τέτοιο».
«Το οποίο για εμάς δείχνει ότι είναι δεδομένο, και για τις εισαγγελικές αρχές, ότι αυτό (το περιεχόμενό του) είναι ένα μύθευμα. Το γεγονός ότι σήμερα βγήκε και το είπε και ο κύριος Χρυσοχοΐδης, και εγώ πραγματικά το άκουσα, είναι πρόοδος, γιατί μας επιστρέφει ξανά στο βασίλειο της αλήθειας».
Ο Θανάσης Καμπαγιάννης σχολίασε ακόμα το γεγονός πως δεν ήταν αρκετή η μήνυση του πρώην πρωθυπουργού Αντώνη Σαμαρά για να ανασυρθεί η υπόθεση των υποκλοπών, αλλά ένα ανώνυμο (και προβληματικό όπως αποδεικνύεται) email κατέστη αρκετό για να βάλει 3 ανθρώπους σε δικαστικές περιπέτειες.
Γιώργος Π: Να σταθούμε όλοι στο πλάι των κατηγορουμένων
Ο Γιώργος Π. αθωωθείς για την υπόθεση στην πρώτη δίκη, μίλησε για το σημείωμα με το οποίο ξεκίνησαν για «τους κατηγορούμενους, πέντε χρόνια ακραίας ταλαιπωρίας. πέντε χρόνια, με αφορμή ένα σημείωμα από την Ασφάλεια προς την Ασφάλεια, που τότε δεν διέθετε email. πέντε χρόνια όπου εμείς είχαμε… από πάνω μας να κρέμονται πολλαπλές κατηγορίες ανθρωποκτονίας, όπου η Αστυνομία εισέβαλε στα σπίτια τα δικά μας και των οικείων μας και τα έκανε μαντάρα. Πέντε χρόνια που οι ζωές μας μπήκανε απόλυτα στον πάγο».
Μίλησε για την κοινωνική, ηθική και υλική καταστροφή που υπέστησαν οι κατηγορούμενοι και πως έπρεπε να αποδείξουν ότι δεν ήταν ελέφαντες και δεν ευθύνονταν «για τις σκευωρίες που δημιουργεί η Ασφάλεια και ο κρατικός μηχανισμός». Πρόσθεσε ότι «15 χρόνια μετά, αυτό που νιώθω εγώ είναι ότι η ιστορία επαναλαμβάνεται όχι σαν φάρσα, αλλά σαν τραγωδία» με «την ίδια ακριβώς τρύπια αστυνομική μεθοδολογία, με τις ίδιες ακριβώς τρύπιες αστυνομικές διαρροές στα ΜΜΕ, που αναπαράγονται έτσι αβίαστα».
Θεώρησε πως όλα έγιναν «για να εξυπηρετήσουν τις προεκλογικές επιδιώξεις μιας κυβέρνησης που είναι στα τελευταία της» και κάλεσε τον κόσμο να σταθεί στο πλάι των κατηγορουμένων.
Θεοφίλου: Η υπόθεση πρέπει να αγκαλιαστεί από ένα μέτωπο ευρύτερο των κινημάτων
Ο δημοσιογράφος και συντονιστής του πάνελ, Τάσος Θεοφίλου, επιζών και αυτός μιας πολιτικής και αστυνομικής σκευωρίας, ανάμεσα στα άλλα μίλησε για το πολιτικό πλαίσιο, τον «δημόσιο αυτοεξευτελισμό του Συμβούλου Εθνικής Ασφαλείας του Πρωθυπουργού (σ.σ. Που είπε τα πάντα στους Ρώσους «φαρσέρ») και την αστυνομική δολοφονία νεαρού στο φάσμα του αυτισμού στο Άργος».
Μίλησε ακόμα και για τον πρωθυπουργικό ανιψιό που μίλησε «σε podcast που δημοσιεύτηκε σχεδόν την ίδια μέρα με τις συλλήψεις, και να μιλάει ανοιχτά, με σισιλιάνικο ταμπεραμέντο, για τον ρόλο του ως θεσμικός εκπρόσωπος του οργανωμένου εγκλήματος ή κάπως έτσι» (σ.σ. Ομερτά, δεν θα μιλήσω ποτέ κτλ). Κάνοντας λόγο πως έφτασαν στο σημείο να «επιστρατεύσουν ακόμα και τον Θεοδωρή Αθερίδη».
Τόνισε ακόμα ότι στα «θύματα του Υπουργού Δημόσιας Τάξης εδώ δεν είναι μόνο οι τρεις συλληφθέντες», αλλά «και οι συγγενείς των θυμάτων της Marfin, τους οποίους η κυβέρνηση δεν διστάζει να επαναθυματοποιήσει, να επανατραυματίσει και να περιγελά, εκμεταλλευόμενη τον πόνο τους».
Ο Τάσος Θεοφίλου, κάλεσε πως η υπόθεση πρέπει «να αγκαλιαστεί από ένα μέτωπο ευρύτερο των ορίων των κινημάτων, γιατί οι επιπτώσεις της φτάνουν ήδη πολύ πιο πέρα από αυτά. Πρέπει να στηριχτεί από όλον τον προοδευτικό κόσμο. Πρέπει να μπει ένα όριο σε αυτό το όργιο».
Τόνισε πως το στοίχημα είναι η απόσυρση των κατηγοριών και όχι η αθώωση στο δικαστήριο.






